Το στρες είναι μια δυναμική διεργασία η οποία συνδέει τα περιβαλλοντικά και ατομικά χαρακτηριστικά τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Πιο συγκεκριμένα ένα άτομο θα βιώσει στρες όταν παρουσιαστεί μία υπερβολική απαίτηση από το περιβάλλον και το ίδιο είναι αδύναμο να ανταπεξέλθει σε αυτήν. Με την πάροδο του χρόνου τα άτομα αντιμετωπίζουν το στρες κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Κάποιες φορές μπορεί να κατακλύζονται από αυτό και κάποιες κατορθώνουν να αντιπαλέψουν με επιτυχία τα ψυχοπιεστικά γεγονότα και συνεπώς η αυτοπεποίθηση τους αυξάνεται και συνεχίζουν να ανταπεξέρχονται με ικανοποιητικό τρόπο στις απαιτήσεις άλλων τομέων της ζωής τους. Πιο συγκεκριμένα, αν ένα άτομο πιστεύει ότι το κοινωνικό ή το φυσικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται απαιτεί την ύπαρξη μεγαλύτερων αποθεμάτων από αυτά που διαθέτει, τότε θα βιώσει στρες. Αντίστοιχα, αν τα γεγονότα της ζωής είναι εφικτό να αντιμετωπιστούν με ευκολία, τότε δε θα αισθανθεί σχεδόν καθόλου στρες.
Σε ένα πρώτο επίπεδο το άτομο αξιολογεί μία κατάσταση και κατά πόσο αυτή η κατάσταση είναι θετικά προσκύμενη στην ζωή του. Σε αυτό το επίπεδο παρατηρούνται δύο είδη αξιολόγησης – η πρωταρχική και η δευτερεύουσα. Στην πρωταρχική εκτίμηση το άτομο αξιολογεί εαν η κατάσταση είναι απειλητική για τους προσωπικούς του στόχους. Επομένως παρατηρούνται υποκειμενικές διαφορές, καθώς η αντίληψη του τί θεωρείται στρεσογόνο συνδέεται με τις πεποιθήσεις που έχουν τα άτομα για τον κόσμο.
Εάν επομένως μία κατάσταση εκτιμηθεί ως στρεσογόνα, τότε εμφανίζεται η δευτερεύουσα εκτίμηση κατά την οποία το άτομο αξιολογεί εαν το πιθανό αποτέλεσμα του απειλητικού γεγονότος μπορεί να τροποποιηθεί, αποφευχθεί ή προληφθεί. Σε αυτή την φάση το άτομο επιστρατεύει τις στρατηγικές αντιμετώπισης, οι οποίες διαμορφώνονται από παρελθοντικές εμπειρίες αντιμετώπισης, την προσωπικότητα και τις προσωπικές δεξιότητες.
Οι στρατηγικές αντιμετώπισης διαχωρίζονται με την σειρά τους σε αυτές που είναι εστιασμένες στο πρόβλημα και αυτές που είναι εστιασμένες στο συναίσθημα. Οι στρατηγικές αντιμετώπισης εστιασμένες στο πρόβλημα περιλαμβάνουν την άμεση ανάληψη κάποιας δράσης με στόχο την τροποποίηση της ψυχοπιεστικής κατάστασης, τον έλεγχο ή την πρόληψη και τη μείωση των συνεπειών της. Σε γενικές γραμμές πάντως, οι άνθρωποι έχουν την τάση να χρησιμοποιούν την αντιμετώπιση που εστιάζεται στην επίλυση ενός προβλήματος, όταν πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν κάτι γι΄αυτό. Από τη άλλη μεριά, η αντιμετώπιση που εστιάζεται στο συναίσθημα περιλαμβάνει απόπειρες ρύθμισης ή μείωσης των παραγόμενων συναισθηματικών και συνακόλουθα των κοινωνικών συνεπειών των ψυχοπιεστικών γεγονότων. Τα άτομα χρησιμοποιούν και τις δυο αυτές κατηγορίες αντιμετώπισης όντας αντιμέτωποι με κάποιο στρεσογόνο παράγοντα. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που δεν επιστρατεύονται και οι δύο αυτές λειτουργίες ή που οι μηχανισμοί αντιμετώπισης μπορεί να εξυπηρετούν και άλλες λειτουργίες.
Η επιστράτευση των μηχανισμών αντιμετώπισης είναι η κύρια μέθοδος μέσω της οποία επέρχεται η συνοχή μεταξύ της νοηματοδότησης του ατόμου για τον κόσμο και της νοηματοδότησης για την συγκεκριμένη κατάσταση. Η αποτυχία της επιτυχούς αντιμετώπισης είναι πιθανό να οδηγήσει σε στρες και σε αρνητικά αποτελέσματα για την υγεία, την ηθική αλλά και την κοινωνική λειτουργικότητα ατόμου.